© 2020 By QoQ Photography All rights reserved

blog_layer_copy-1-4.png

Δουργούτι

 

Γεννημένος και με οικογενειακή καταγωγή απ'το Κουκάκι, ο Νέος Κόσμος ήταν κάτι σαν terra incognita για μας τους "από δω" πιτσιρικάδες. Η ακτίνα δράσης περιοριζόταν πέριξ της παιδικής χαράς στα μικρά μας κι αργότερα, όταν ξεπεταχτήκαμε λίγο (καλά μη φανταστείτε, μιλάμε για τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου), τα σημεία ενδιαφέροντος επεκτάθηκαν μέχρι τα "ουφάδικα" και τα μπιλιάρδα της περιοχής, το 3ο θηλέων στο απέναντι πεζοδρόμιο του οποίου ξεροσταλιάζαμε μπας και μας προσέξει κάποιο απ'τα κορίτσια, άντε και τη μυθική (τότε) Πλάκα με τα clubs για τους πιο "αλήτες" εξ ημών.

Το Δουργούτι, ήταν το απροσδιόριστο "απέναντι" που για να το επισκεφθεί κανείς θα έπρεπε να διασχίσει τις λεωφόρους Συγγρού και Καλλιρρόης, μιλάμε δηλαδή για ταξίδι ολάκερο, άσε που "...τί να πας να κάνεις εκεί πέρα, το μόνο που έχει είναι κάτι κακάσχημες εργατικές πολυκατοικίες και συνεργεία αυτοκινήτων..." ούτε παιδική χαρά, ούτε τη γλαμουριά του "όπισθεν Ακροπόλεως", όπως ήταν ο γεωπροσδιορισμός των μικρο-μεσοαστικών διαμερισμάτων της αντιπαροχής όταν έβγαιναν προς πώληση στις αγγελίες των εφημερίδων της εποχής.

Έπρεπε να περάσουν καμιά 20ριά χρόνια, να μετοικίσω κι εγώ ο ίδιος στο "απέναντι" για να το προσέξω, να το ψάξω καλλίτερα και εν τέλει να κατανοήσω το προφανές, οτι δηλαδή η ουσία βρίσκεται πάντα στην ιστορία του τόπου και το περιεχόμενο κι όχι στο περιτύλιγμα.

Δάφνες ιστορικού ή ...φυσιοδίφη ουδέποτε διεκδίκησα, αλλά ας μου επιτραπεί εδώ μια επιγραμματική αναφορά στο τί ήταν και πώς έγινε αυτό που σήμερα είναι το Δουργούτι:
Βοσκότοπος μέχρι και τον πόλεμο (θυμάμαι τη μάνα μου να μιλάει για το βοσκό που πέρναγε το κοπάδι του μέσα από την κοίτη του ποταμιού για να φτάσει στο Κουκάκι και να πουλήσει το πολύτιμο -εν μέσω κατοχής- γάλα στους κατοίκους του), πρωτοκατοικείται από Αρμεναίους πρόσφυγες και Μικρασιάτες οι οποίοι καταφτάνουν μετά τους διωγμούς της δεκαετίας του '20 κι εγκαθίστανται στη νότια όχθη του Ιλισσού, σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλεως στην οποία κατασκευάζουν παράγκες με τα λιγοστά μέσα που διαθέτουν. Η ψευδαίσθηση προστασίας από το άγνωστο του νέου τόπου και η οικειότητα της γειτνίασης με κοντοχωριανούς και πατριώτες, εξαναγκάζει κι άλλους πρόσφυγες να συρρεύσουν μέχρι το '30 περίπου, οπότε ο αυθαίρετος συνοικισμός του Δουργουτίου γιγαντώνεται, τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται, οι εντάσεις με τους Αθηναίους γείτονες που δε γουστάρουν τους "βρωμιάρηδες τουρκόσπορους" και τις "παστρικές" γίνονται καθημερινό φαινόμενο και κάπου εκεί είναι που το επίσημο κράτος παρεμβαίνει ξεκινώντας την ανέγερση των πρώτων "προσφυγικών" πολυκατοικιών.

Με το ξέσπασμα του πολέμου, την κατοχή και τον εμφύλιο, κάθε κρατικό πρόγραμμα μεταστέγασης αναστέλλεται, αλλά το Δουργούτι κι οι άνθρωποί του πρωταγωνιστούν σ'ένα νέο κεφάλαιο της ιστορίας του, αυτό της παράνομης δράσης και της αντίστασης, με πιο γνωστά γεγονότα το "μπλόκο του Δουργουτίου" το καλοκαίρι του '44 και τη "μάχη της γέφυρας του Ιλισσού" κατά τα Δεκεμβριανά. 

Με τη λήξη του εμφυλίου, ξεκινά το δράμα της εσωτερικής μετανάστευσης και  μεγάλο μέρος του ρεύματος αυτού καταλήγει και πάλι εδώ, αφ' ενός λόγω της εύκολης πρόσβασης προς το κέντρο της πόλης που "υπήρχε μεροκάματο" κι αφ' ετέρου λόγω του χαμηλού - έως και μηδενικού- κόστους εγκατάστασης στην περιφέρεια της ήδη υπάρχουσας παραγκούπολης.

Νέα προβλήματα και περισσότερες εντάσεις εξαναγκάζουν την κυβέρνηση Παπανδρέου το '65 να ξεκινήσει το νέο πρόγραμμα μετεγκατάστασης κι εξυγίανσης στα πλαίσια του οποίου δημοπρατείται η κατασκευή των νεότερων "εργατικών" -πλέον- κατοικιών, πρόγραμμα το οποίο κληρονομεί και συνεχίζει η χούντα του '67, με πιο εμβληματική την κατασκευή της 12όροφης πολυκατοικίας των 100 πανομοιότυπων διαμερισμάτων της οδού Σφιγγός.

Η μεταπολίτευση έρχεται και το Δουργούτι είναι το "πέρα", τόσο κοντά (γεωγραφικά) αλλά και τόσο μακρυά (κοινωνικά-ταξικά) από το κέντρο της Αθήνας. Περιοχή οικιστική αλλά με πλήθος βιοτεχνιών, συνεργεία αυτοκινήτων, μάντρες ανταλλακτικών και μια από τις μεγαλύτερες και καλλίτερες λαϊκές αγορές της πόλης, μια γειτονιά εργατών κι εργαζομένων, συμπαγής και -κατά μείζονα λόγο- συνειδητά έξω από τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής των αστών του κέντρου.

Οι εργατικές κατοικίες της χούντας σιγά σιγά εγκαταλείπονται από τους δικαιούχους-ιδιοκτήτες ή τους απογόνους τους για κάποιο νεόδμητο διαμέρισμα με μεγαλύτερες ανέσεις, η αντιπαροχή εξαφανίζει τις μονοκατοικίες, ενώ τα προσφυγικά της 10ετίας του '30 ρημάζουν ακατοίκητα μετατρέποντας κατ' αυτό τον τρόπο την περιοχή δίπλα στο ολοκαίνουργιο και γυαλιστερό ξενοδοχείο Intercontinental, σ'ένα "no man's land" στους νυχτερινούς δρόμους του οποίου μόνο αδέσποτες γάτες κυκλοφορούν.

Την κατάσταση αυτή θ'αλλάξουν άρδην, ποιοι άλλοι? Οι πρόσφυγες από τις πρώην κομμουνιστικές χώρες, Βαλκανικές και άλλες, που με την πτώση του καθεστώτος μετά το '90 θα εγκατασταθούν σε όσα διαμερίσματα έχουν μείνει χρόνια στα αζήτητα, θα νοικοκυρέψουν τη μέχρι πρότινος εγκαταλειμμένη γειτονιά, για να μετακομίσουν σε καλλίτερα σπίτια κι αυτοί με τη σειρά τους μόλις πιάσουν λεφτά στα χέρια τους, παραχωρώντας τη θέση τους σε νέους -ναι, καλά μαντέψατε- πρόσφυγες από την Αίγυπτο, το Ιράκ, το Μπαγκλαντές, τη Συρία κι ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και την Ασία.

Οι Ολυμπιακοί του '04 φιλοδώρησαν το Δουργούτι με γραμμή τραμ για να διευκολύνει τις μετακινήσεις, εκείνο το ανεκδιήγητο μεταλλικό φερετζέ με το συντριβάνι μπροστά του για να κρύβει τα προσφυγικά από τα μάτια των υψηλών καλεσμένων που ανεβοκατέβαιναν τη Συγγρού με τις λιμουζίνες και δυο χέρια μπογιά σ'όσα κτήρια φαίνονταν παραέξω και χάλαγαν τη γυαλάδα των αγώνων.

Ευτυχώς ή δυστυχώς οι Ολυμπιακοί τελείωσαν, ο χρόνος κι η κρίση έβαλαν το χεράκι τους, το τραμ κόντεψε να το καταπιεί ο Ιλισσός και καταργήθηκε κατά το ήμισυ, ο φερετζές σάπισε, το συντριβάνι στέρεψε, τα χρώματα ξεπλύθηκαν από τις βροχές και το Δουργούτι ανέτειλε εκ νέου, αφτιασίδωτο δείχνοντας χωρίς ντροπή κι αναστολές αυτό που πάντα ήταν και παραμένει: Μια γειτονιά προσφύγων.     

Για τις φωτογραφίες σε κανονικό μέγεθος πατήστε εδώ .