© 2019 By QoQ Photography All rights reserved

blog_layer_copy-1-4.png

more:

  • my flickr

Rosenthaler Straße 39

October 6, 2019

Στο Βερολίνο μ'αρέσει να μένω κοντά στο Ostbahnhof.

Κάθομαι σ'ένα παγκάκι στο πάρκο απέναντι και παρατηρώ τους ταξιδιώτες να μπαινοβγαίνουν στο σταθμό σέρνοντας τις αποσκευές τους. Κοστουμάτοι commuters, εργάτες με φόρμες, μετανάστες, πιτσιρικάδες με μπύρες στο χέρι, κοπέλες με ποδήλατα, ένα ζευγάρι που κρατιέται χέρι-χέρι, κάποια λιγοστά τζάνκια που βρίσκουν απάγκιο κάτω από τη γέφυρα παραδίπλα.

Το Kreuzberg είναι μόνο ένα τσιγάρο δρόμος μακριά κι εξακολουθεί να προσφέρει μερικά από τα καλλίτερα στέκια για νόστιμο και καλό φαΐ, φτηνές μπύρες από τα μπακαλικάκια των μεταναστών και βραδυνές περατζάδες, κατά μήκος των υγρών πεζοδρομίων κάτω από τα λαμπιόνια των μπαρ και τα νέον των κεμπαπτζίδικων.

 

Το Mitte, λίγο πιο πέρα, έχει χάσει από καιρό το τσαγανό και το ενδιαφέρον του, τα στέκια που ήξερα παλιά έχουν πάψει να υπάρχουν, το C/O Berlin μετακόμισε, το Tacheles έκλεισε, τα φαραωνικά ξενοδοχεία και τα shopping centers με πνίγουν και μένει μόνο η ανοιχτωσιά της Alexanderplatz και τα καθεστωτικά κτήρια της Karl Marx Allee να θυμίζουν κάτι απ'τα παλιά.

Παίρνω το S-Bahn και σε λιγότερο από 3 λεπτά βρίσκομαι στη Hackescher Markt.
Οι τούβλινοι τοίχοι του σταθμού μοιάζουν σα συνάντηση με κάποιο φίλο απ'τα παλιά.
Το πλακόστρωτο έξω από το σταθμό είναι πλημμυρισμένο τραπεζοκαθίσματα τουριστικών εστιατορίων.
Το μάτι περιπλανιέται ασυναίσθητα στα πέριξ εισπράττοντας την ίδια ομογενοποιημένη αισθητική ορθότητα ανεξαρτήτως κατεύθυνσης.

 

Έχει πια βραδιάσει για τα καλά.

Διασχίζω την πλατεία και μπαίνω στη Rosenthaler strasse. Δέκα μόλις βήματα πιο πάνω νοιώθω κάτι σα να με παρασέρνει. 

Φρικάρω για λίγο, αλλά μετά αντιλαμβάνομαι οτι ΟΚ, όλα καλά, είμαι στα πόδια μου ακόμα.

Πάνω που πέφτουν οι σφυγμοί, δεύτερο σπρώξιμο, πιο δυνατό τούτη τη φορά.
Χάνω το βηματισμό μου κι ασυναίσθητα μπαίνω παραπατώντας μέσα σε μια στοά στην είσοδο της οποίας υπάρχει το νούμερο "39".

Ένα ρεύμα δροσιάς - σα ν'άνοιξα την πόρτα του ψυγείου κατακαλόκαιρο - με χτυπάει στο πρόσωπο από το βάθος.

Όπου κι αν κοιτάξω, οι τοίχοι, οι πόρτες, τα δάπεδα, τα σκαλιά, ακόμα και το ταβάνι, τα πάντα, είναι καλυμμένα με επάλληλα στρώματα από μπογιά, σπρέυ, και στένσιλ. 
Λες κι όλα τα γκραφίτι του Βερολίνου βρήκαν άσυλο εδώ για να γλυτώσουν τους διωγμούς του εξορθολογισμού και το άσπρισμα.

 

Προχωρώ με αργά, προσεκτικά βήματα χαζεύοντας τα σχέδια και τα χρώματα σαν άλλη Αλίκη στην πέρα όψη του καθρέφτη, όταν μια πόρτα στο βάθος ανοίγει αργά, μ'ένα τρίξιμο και μια χλωμή - σχεδόν εξαϋλωμένη - ψηλόλιγνη ανδρική φιγούρα ξεπροβάλει στο άνοιγμα κάνοντάς μου νόημα να πλησιάσω. 
Ίσα που προλαβαίνω να παρατηρήσω το παράταιρο χρώμα στα μάτια του πριν σκύψει στο αυτί μου και μου ψιθυρίσει:


"Θέλεις να σου διηγηθώ μια ιστορία για ένα αγόρι και μια κοπέλα που ήθελαν να γίνουν ήρωες? Τί λες? Νομίζω θα σ'αρέσει...."
 

 

Πατήστε πάνω στην εικόνα για περισσότερα*

    

Please reload

Please reload

This site was designed with the
.com
website builder. Create your website today.
Start Now