Ο Αντώνης ο μπιτόνης



Γέννημα - θρέμμα του τόπου ο Αντώνης, λίγο πριν κλείσει τα 40, ανέλαβε τα οικογενειακά κτήματα, καμιά εκατοστή στρέμματα εύφορης γης, ποτιστικά, προνομιούχα, καταμεσής στον κάμπο.

Δύσκολη δουλειά, να τρέχεις από το ξημέρωμα ως το σούρουπο, αλλά είχαν θρέψει 4 γενιές με τα γεννήματά τους, είχαν κάνει κι ένα καλό κομπόδεμα - μην κάτσει καμιά στραβή.


Στην αρχή πολύ του άρεσε ο νέος του ρόλος, του πατριάρχη - γαιοκτήμονα, λίγο μετά όμως, άρχισε να βαρυγκομά και να σιχτιρίζει τη βρώμα και την κούραση. Πήρε κάτι ξένους εργάτες να τρέχουν μέσα στις λάσπες κι ο ίδιος είχε την επίβλεψη, αλλά και πάλι ευχαριστημένος δεν ήταν:

Οι εργάτες δεν την κατείχαν τη δουλειά και δε νοιάζονταν, έπεσε η παραγωγή, μειώθηκε το κέρδος κι ύστερα ήταν πολλά τα μεροκάματα, αν συνέχιζε έτσι θα 'μπαινε και μέσα.


Τότε μια μέρα - Κυριακή των Βαϊων ήταν - ήρθε στο καφενείο ο Επαμεινώνδας, κύριος σωστός με την κούρσα, τα κοστούμια, τους καλούς του τρόπους και τη γραβάτα του, σύμβουλος ανάπτυξης λέει, ειδικός συνεργάτης της τράπεζας και τους μίλησε για τις ευκαιρίες και τα προγράμματα που τρέχουν. Τον άκουγε ο φουκαράς ο Αντώνης, τσακισμένος από τη δουλειά της εβδομάδας κι ήταν σα ν'άνοιξαν τα ουράνια και να γέμισε το καφενείο φως. Δε χρειάστηκε πάνω από μισή ώρα για να τον καλέσει να καθίσει στο τραπέζι του.


-"Κυρ Μήτσο, πιάσε δυο τσιπουράκια."

-"Έφτασαν Αντώνη, δύο περιποιημένα με μεζέ!"


-"Και δε μου λες κυρ Επαμεινώνδα μου, αυτά τα φωτοβολταϊκά δηλαδή, πως τα είπες, είναι εγγυημένα ε? Δηλαδή, μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει, καθαρά λεφτά?

-"Απολύτως αγαπητέ! Υπάρχουν συμβόλαια δεν τα λέω εγώ, εσύ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να βάλεις την υπογραφή σου σ'αυτά εδώ τα χαρτιά κι εμείς αναλαμβάνουμε τα πάντα! Μ' ελάχιστο κόστος ετοιμάζουμε το φάκελο, το δάνειο είναι ήδη προεγκεκριμένο, τα μηχανήματα και τα συνεργεία είναι έτοιμα να βάλουν μπροστά, σ'ένα μήνα το πολύ θα ξεκινήσεις να παράγεις το δικό σου ρεύμα κι η τιμή είναι σταθερή κι εγγυημένη, θα στ' αγοράζει η ΔΕΗ 10 λεπτά την κιλοβατώρα. Να φανταστείς, 11 πουλάει η ΔΕΗ στη λιανική! Αλλά η τιμή αυτή θα ισχύει για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, τώρα είναι που πρέπει να πάρεις την απόφαση. Αύριο μπορεί να είναι αργά."

-"Ναι αλλά αυτό το δάνειο κυρ Επαμεινώνδα μου, με φοβίζει, εμείς ποτέ μας δε χρωστάγαμε..."

-"Μην είσαι αφελής αγαπητέ, πιο ευνοϊκοί όροι δεν υπάρχουν! Μας δίνεις προκαταβολή εκείνα τα λεφτά που 'χεις και κάθονται στην τράπεζα, εγγύηση βάζεις την ίδια τη μονάδα και τα παλιοχώραφα που σου 'χουν φάει τη ζωή, το επιτόκιο είναι πολύ χαμηλό, μόλις 10,6% και κυρίως σκέψου: Με μια υπογραφή καθαρίζεις μια και καλή από τη λασπουριά. Θα γίνεις πια επιχειρηματίας, όλοι θα σε κοιτούν με άλλο μάτι, αλλάζεις τη ζωή, τη δικιά σου, της κυράς και των παιδιών σου ακόμα!"


Το ίδιο βράδυ ο Αντώνης το πέρασε ξάγρυπνος και το επόμενο πρωί σηκώθηκε, στολίστηκε, έβαλε το γιορτινό κοστούμι, "κηδειών κι εθνικών εορτών" το κορόιδευε ο Μήτσος ο καφετζής και κατέβηκε στην πόλη. Σε μιάμιση ώρα τα πάντα είχαν τελειώσει, έπεσαν οι υπογραφές, πήρε το βιβλιάριο του δανείου από την τράπεζα και τράβηξε ίσα πάνω για το χωριό.


Σ'ένα μήνα ήρθαν τα μηχανήματα. Δεν τους πήρε πάνω από βδομάδα να ξεπατώσουν και να τεμαχίσουν τα δέντρα, έριξαν τις βάσεις κι οι ηλεκτρολόγοι άρχισαν την τοποθέτηση.

Σε τρεις μήνες μπήκαν τα πρώτα λεφτά στην τράπεζα, μόνο που με έκπληξη ο Αντώνης διεπίστωσε πως ήταν κάπως λιγότερα από κείνα που 'χαν πει στο καφενείο.





-"Έλα κυρ Επαμεινώνδα μου? Για δες λίγο τί γίνεται να σε χαρώ, άλλα είχαμε πει κι άλλα βλέπω στο λογαριασμό."

-"Κυρ Αντώνη ότι είπαμε ισχύει στο ακέραιο! Να δες, η τιμή αγοράς της κιλοβατώρας είναι όπως είχαμε συμφωνήσει, μόνο που η παραγωγή της μονάδας ήταν κάπως μικρότερη απ'όσο είχαμε εκτιμήσει, φαίνεται δεν είχε πολύ ήλιο, αλλά μην ανησυχείς που θα πάει θα ξαστερώσει!"

-"Ναι αλλά εδώ μου έχουν αφαιρέσει κι άλλο ένα ποσό βλέπω..."

-"Αυτό κυρ Αντώνη μου είναι το ρεύμα που έκαψες, είναι ο φωτισμός της μονάδας, οι αυτοματισμοί, τα συστήματα ασφαλείας, μείον ο λογαριασμός της ΔΕΗ για το ρεύμα που καίνε οι γεωτρήσεις που ποτίζεις τα χωράφια που κράτησες παραδίπλα. Αυτά συμψηφίζονται!"


Ήρθε ο επόμενος μήνας, τα λεφτά στην τράπεζα ακόμη πιο λίγα.

-"Τί έγινε κυρ Επαμεινώνδα μου? Πάλι δεν είχαμε ήλιο?"

-"Καλά κυρ Αντώνη δεν ακούς ειδήσεις? Σχεδόν διπλασιάστηκε η τιμή του ρεύματος λόγω του χρηματιστηρίου κι αυτές οι γεωτρήσεις που έχεις και δουλεύουν μέρα νύχτα καίνε ένα σκασμό!"

-"Μα καλά από το δικό μου το ρεύμα δεν καίνε?"

-"Δεν πάει έτσι κυρ Αντώνη, εσύ το ρεύμα που παράγεις το πουλάς με συμβόλαιο στη ΔΕΗ με 10 λεπτά την κιλοβατώρα. Το ρεύμα όμως που καις στα χωράφια είναι διαφορετική παροχή και το αγοράζεις με την τρέχουσα τιμή της αγοράς. Όταν φτάνει η μέρα να πληρωθείς κοιτούν πόσα λεφτά κάνει να παίρνεις μείον αυτά που χρεώθηκες και σου βάζουν τη διαφορά."

-"Ναι αλλά αν πάει έτσι κι αν αφαιρέσεις και τη δόση του δανείου, στο τέλος δε θα μου μένει τίποτα κυρ Επαμεινώνδα κι έδωσα κι όλες μου τις οικονομίες."

-"Μην ανησυχείς αγαπητέ η αύξηση στο ρεύμα είναι προσωρινή, ξέρεις τώρα πώς πάει με τα χρηματιστήρια, θα κρατήσει ένα - δυο μήνες, το πολύ τρεις. Μετά θα ισορροπήσει η αγορά."


Πέρασαν οι 2-3 μήνες, ήρθε ο χειμώνας και μαζί με το χειμώνα ήρθε κι ο πόλεμος, όχι εκεί στον κάμπο του Αντώνη, σ'έναν άλλο κάμπο χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά κι η τιμή του ρεύματος αντί να ισορροπήσει τετραπλασιάστηκε. Κι όταν ήρθε η ώρα του λογαριασμού, τα λεφτά που βγήκαν (λόγω μειωμένης ηλιοφάνειας βεβαίως βεβαίως), μείον την κατανάλωση δεν έφτασαν ούτε για τη δόση του δανείου. Κι ο φουκαράς ο Αντώνης κιτρίνισε ολόκληρος σαν το είδε. Τηλεφώνησε και πάλι στον κύριο σύμβουλο, πολλές φορές, αλλά δεν το σήκωνε.


Κι ήρθε ο επόμενος μήνας κι έπιασε ένα καταριακό, αέρας, χαλάζι και μετά νεροποντή που όμοιά της είχαν μισό αιώνα να δουν στον κάμπο. Και πλημμύρισαν οι μπαταρίες και σπάσανε τα μισά ηλιακά. Κι έτρεχε ο Αντώνης με το τρακτέρ μέσα στη λάσπη μέχρι το γόνατο μπας και προλάβει να σώσει τίποτα και μετά ήρθε το μηνιάτικο και για πρώτη φορά το ποσό στο βιβλιάριο ήταν αρνητικό. Κι ήρθε ο επόμενος μήνας κι άλλος ένας κι η ζημιά και το χρέος όλο και μεγάλωνε κι ο Αντώνης όλο και κιτρίνιζε από το κακό του. Και μια μέρα πάει στο χωράφι και τα βρίσκει όλα χάμω ξερά κι απότιστα. Βλέπεις του 'χε κόψει η ΔΕΗ το ρεύμα από τις γεωτρήσεις γιατί είχε μήνες να το πληρώσει. Όλα νεκρά. Μόνο κάτι κοράκια ξεπρόβαλαν όπως τσιμπολογούσαν ότι είχε απομείνει πάνω στο ξερό χώμα.


Τη συνέχεια της ιστορίας κανείς δεν την ξέρει με ακρίβεια, άλλοι λένε πως η τράπεζα του πήρε τα κτήματα, άλλοι πως του πήραν και το σπίτι, πως τον παράτησε κι η γυναίκα του, πως πήρε τα παιδιά κι έφυγε στην πόλη να ψάξει μεροκάματο, ο Αντώνης πάντως, κίτρινος πια σαν το φλουρί απ' τη ντροπή και τη στεναχώρια, έμεινε για πάντα εκεί στο χωράφι να προσπαθεί να διώξει τα κοράκια και τότε ήταν που οι χωριανοί του κόλλησαν το παρατσούκλι ο Αντώνης ο μπιτόνης.