top of page

Knock - knock - knocking...


​*for English scroll down


Knock-knock-knocking


- Όταν φτιάχτηκε ο παράδεισος το μόνο που τον χώριζε απ' την κόλαση ήταν μια σειρά από ψηλά αγριόχορτα.

Αρχικά το σύνορο αυτό ήταν απόλυτα σεβαστό, αλλά στην πορεία οι ένοικοι του παραδείσου άρχισαν να βαριούνται μέσα στην αιώνιά τους ευδαιμονία κι οι πιο τολμηροί απ' αυτούς, παρ' όλες τις απαγορεύσεις και τις περί του αντιθέτου προειδοποιήσεις, έκαναν τα πρώτο δειλά βήματα προς την άλλη μεριά. 

Από κει κι έπειτα ήταν θέμα χρόνου για τους κολασμένους να το τολμήσουν κι αυτοί, αν όχι για κάποιον άλλο λόγο, τουλάχιστο για να δουν με τα ίδια τους τα μάτια τί τελικά ήταν αυτό που στερήθηκαν λόγω του πρότερου - όχι και τόσο - έντιμου βίου τους.

Μ' αυτά και μ' αυτά και πριν καν περάσει μια χιλιετία, η γραμμή με τ' αγριόχορτα μετατράπηκε σε μια πολυσύχναστη διάβαση και τα όρια μεταξύ κολάσεως και παραδείσου γίνονταν όλο και πιο δυσδιάκριτα. Μέχρι και μικρομάγαζα εν είδει duty free είχαν ανοίξει οι πιο καπάτσοι από τους κολασμένους, προσφέροντας - έναντι αντιτίμου - μικρές δόσεις αμαρτίας που ήταν αδύνατο να βρεθούν στην άλλη μεριά. Καθόλου σπάνιο δεν ήταν πια το φαινόμενο να επιστρέφουν αξημέρωτα οι ψυχές στον παράδεισο ζέχνοντας τσιγαρίλα, αλκοόλ ή ακόμα χειρότερα, μ' εμφανή τα σημάδια κάποιας εφήμερης ερωτικής συνεύρεσης στα ρούχα, το σώμα ή τα πρόσωπά τους. 

Ο Άγιος Πέτρος που είχε σιχαθεί τα σούρτα - φέρτα κι ανησυχούσε κιόλας για το που θα καταλήξει τούτο το ανακάτεμα, αποφάσισε να πάρει δραστικά μέτρα: Μ' ένα του νεύμα, σήκωσε ένα φράχτη εκεί που παλιά φύτρωναν τ' αγριόχορτα. Φράχτη αδιαπέραστο τόσο από τις ψυχές των συχωρεμένων όσο κι από τα αδιάκριτα βλέμματα.

Κατήφεια μεγάλη έπεσε και στις δυο πλευρές του άλλου κόσμου και μια βουβή απόγνωση γιγαντώνονταν μέρα με τη μέρα  Τότε ο Άγιος που κατείχε από γκουβέρνο κι ήταν και μεγάλο γατόνι, πήρε τη μεγάλη απόφαση:

Τράβηξε μια γραμμή στο χάρτη, παράλληλη με το σύνορο της επικράτειάς του και σε βάθος όσο βλέπει το μάτι και μ' ένα χτύπημα των δακτύλων του, τη μετέτρεψε σε έρημο, χέρσα, άνυδρη κι αφιλόξενη, μια πραγματική νεκρή ζώνη.

Ταυτόχρονα άνοιξε ένα παράθυρο στο φράχτη, τόσο όσο να μπορούν οι από δω να βλέπουν τί τους επιφυλάσσει η μοίρα έτσι και τολμήσουν να περάσουν απέναντι.

Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, με λίγα "δωράκια" και τίτλους τιμής που μοιράστηκαν, το θέμα ξεχάστηκε κι οι διαμαρτυρίες για το φράχτη έπαψαν δια παντός. Δεν ήταν μάλιστα λίγοι αυτοί που δόξαζαν την ύπαρξή του και την προστασία που τους προσφέρει από τους απέναντι οι οποίοι το μόνο που επιζητούν είναι η κατάλυση της ουράνιας τάξης και η κατακρήμνιση του σύμπαντος στην αμαρτία.

 

- When heaven was made, the only thing separating it from hell was a row of tall weeds.

At first this boundary was perfectly respected, but in the course of time the inhabitants of heaven began to grow bored in their eternal bliss, and the most daring of them, in spite of all the prohibitions and warnings to the contrary, took the first shy steps to the other side. 

From then on, it was only a matter of time before the hell residents dared to follow their lead, if for no other reason, at least to see with their own eyes what it was that they had been deprived of because of their former - not so - honourable life.

With this and that, and before a millennium had passed, the line of weeds had become a busy crossing and the boundaries between hell and heaven were becoming increasingly blurred. Even duty free shops had been opened by the most resourceful of the excommunicated, offering - for a price - small doses of sin that were impossible to find on the virtuous side. It was no longer rare for the souls to return to paradise in the middle of the night, stinking cigarette smoke, alcohol or worse, with the signs of a fleeting sexual encounter still visible on their clothes, bodies or faces. 

St. Peter, who got sick of the comings and goings and was worried about where this whole mixing thing would end up to, decided to take radical measures: with a single nod, he built a fence where the weeds used to grow. A fence impenetrable both to the souls of those who had passed away and to their prying eyes.

Suddenly, a great gloom fell on both sides of the afterworld and a silent despair grew day by day. The Saint, a grand master of the fine art of ruling and a true attainment virtuoso, took a great decision:

he drew a line on the map, parallel to the border of his territory and as far as the eye could see, and with a snap of his fingers, he turned it into a desert, barren, arid and inhospitable, a true no man's land.

At the same time he opened a window on the fence, just enough for those from here to see what fate had in store for them should they dare to cross over.

In a very short time, with a few 'gifts' handed out and titles of honour granted, the whole issue was forgotten and the protests about the fence ceased for good. In fact, there were more than a few who glorified its existence and the protection it provided from those on the other side who seek nothing but the abolishment of the heavenly order and the wrecking of the whole universe into sin.

Comments


Commenting has been turned off.
bottom of page